Sylvia Kouvali Piraeus October 1 – November 7, 2026 Works, 1969 - 1974 Rika Pana I stumbled across the work of Rika Pana at the 50 year Anniversary of Democracy exhibition at the National Gallery (1974-2024).It was August and the main drive was to escape the heat while finding refuge in the museum’s tempo; it sounds journalistic yet true. While walking through amongst familiar works and seemingly familiar, learning yet skimming, the two paintings titled The Erosion of Civilisation somehow felt more present and fresher than most. I had never encountered her name, yet I didn’t want to pretend authority and consider her a discovery. As it happens, a search and some phone calls, a thorough interview and yes, a more thorough book, had all happened but no show other than a very recent survey at the municipal gallery of the city of Athens, which I ofc had not seen and missed.We are lucky she is around, and more so, she is with us.In the two years that followed, and till today, I have paid many visits, with people around her like the precious Lizzie Plessa and her family entourage that have supported and made this first solo show of Rika Pana at a commercial gallery possible.The selection of the works on view in this exhibition range from the pivotal years between 1969 and 1974, the years of the gendarme. She painted to revolt and painted to express her unease and strong opposition to the regime and everything it meant regarding arrests, censorship and the need to set free from a system that set the society within bars and isolation.Isolation had been familiar to her due to a health condition she’d suffered since childhood and one that stopped her from pursuing her years as a student in the Academy (at that time students were not allowed to enter past the twenty sixth year). Rika, who was known and close to people like Moralis, Fassianos, Sorogas amongst others, and due to her physical restrictions maintained a solitary practise that her lungs defined her medium.The works she kept generating were obsessively closely connected and always around the human figure and about her, The figure. Yet the figure turns into gestures, feelings, an emotional abstract landscape of darkness on flat, archaic backgrounds. One recognises Klein blues yet this colour pre-existed alongside terracotta, green and brown.Form, colour and figure balance into her subject matters.Imprisonments, explosions, enclosures and some major cosmic elements: whether it was the moon, or the vortex of existence, the spirals and the ever-diving stars she had become obsessed with life out there. The mothers and the kids are central yet almost turning into brushstrokes and almost turning to black strokes, thick and hairy, yet lightly applied on thin surfaces.The works presented here are split between two rooms and the first room is an arrangement focused on the human figure made between canvas and paper.The second room is a show within the show, The Erosion of Civilisation split between mediums. A timely work that yet the viewer is let to contemplate on its historical relevance and its contemporenaity today. Humans and columns merge into almost bone and flesh whilst hollowness makes the flat background emerge.The graphic style of Pana’s work has survived throughout the six decades of her solitary practise making obvious that her work has always been a manifestation of a balance between art and politics. Διασταυρώθηκα με το έργο της Ρίκας Πανά στην έκθεση για τα 50 χρόνια από την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Εθνική Πινακοθήκη τον Αύγουστο του 2024. Ο βασικός λόγος της επίσκεψής μου ήταν να βρώ ένα καταφύγιο δροσιάς μέσα στους χώρους της Πινακοθήκης αποφεύγοντας τον καύσωνα και να μπω σε έναν άλλο ρυθμό, αυτό που τα μουσεία συχνά δίνουν στην καθημερινότητά μας.Καθώς περπατούσα ανάμεσα σε οικεία έργα και σε έργα που έμοιαζαν οικεία, μαθαίνοντας αλλά και προσπερνώντας ταυτόχρονα, οι δύο πίνακες με τον τίτλο Η Διάβρωση του Πολιτισμού με κάποιο τρόπο μου φάνηκαν πιο παρόντες και πιο φρέσκοι από τα περισσότερα έργα γύρω τους. Δεν είχα ξανασυναντήσει το όνομά της Ρίκας Πανά, και δε θα ήθελα να προσποιηθώ ότι είχα κάποια εικόνα του έργου της ή ότι την «ανακάλυψα». Όπως αποδείχθηκε, με μια αναζήτηση και μερικά τηλεφωνήματα που έγιναν είχε προηγηθεί μια εκτενής συνέντευξη και, ένα ακόμη πιο εμπεριστατωμένο βιβλίο, αλλά καμία έκθεση, πέρα από μια πολύ πρόσφατη αναδρομική παρουσίασή της στη Δημοτική Πινακοθήκη της Αθήνας, την οποία είχα χάσει.Είμαστε τυχεροί που η Ρίκα είναι ακόμη εδώ, που είναι μαζί μας.Στα δύο χρόνια που ακολούθησαν, και μέχρι σήμερα, έχω κάνει πολλές επισκέψεις στη Ρίκα και έχω συνομιλήσει με τους ανθρώπους της όπως η πολύτιμη Λίζη Πλέσσα και η οικογένειά της που στήριξαν με πάθος την ιδέα να καταστεί δυνατή η πρώτη ατομική έκθεση της Ρίκας Πανά σε εμπορική γκαλερί.Η επιλογή των έργων που παρουσιάζονται σε αυτή την έκθεση εκτείνεται από τα κομβικά χρόνια μεταξύ 1969 και 1974, τα χρόνια του χωροφύλακα, τα χρόνια της χούντας των συνταγματαρχών που κράτησε από το 1967 έως το 1974. Η Ρίκα ζωγράφιζε για να εξεγερθεί και ζωγράφιζε για να εκφράσει την ανησυχία της και την έντονη αντίθεσή της στο καθεστώς και σε όλα όσα αυτό συνεπαγόταν: συλλήψεις, λογοκρισία και την ανάγκη απελευθέρωσης από ένα σύστημα που κρατούσε την κοινωνία και τους πολίτες πίσω από κάγκελα και σε απομόνωση.Η απομόνωση ήταν ήδη κάτι οικείο για εκείνη, εξαιτίας της κατάστασης της υγείας της και μιας πάθησης από την οποία υπέφερε από την παιδική της ηλικία. Αυτή ήταν η αιτία η οποία την εμπόδισε να συνεχίσει τα χρόνια των σπουδών της στην Ακαδημία — εκείνη την εποχή οι φοιτητές δεν επιτρεπόταν να εισαχθούν μετά το εικοστό έκτο έτος της ηλικίας τους. Η Ρίκα, που γνώριζε και διατηρούσε στενές σχέσεις με ανθρώπους της τέχνης όπως ο Μόραλης, ο Φασσιανός, ο Σόρογκας και άλλοι, εξαιτίας των σωματικών της περιορισμών ακολούθησε μια μοναχική καλλιτεχνική πρακτική, με το μέσο το οποίο επέλεξε να καθορίζεται από την κατάσταση των πνευμόνων της.Τα έργα που συνέχιζε να δημιουργεί συνδέονταν μεταξύ τους σχεδόν εμμονικά και περιστρέφονταν πάντοτε γύρω από εκείνη και την ανθρώπινη φιγούρα, γύρω από τη Μορφή. Ωστόσο, η μορφή μετατρέπεται σε χειρονομίες, συναισθήματα, σε ένα συναισθηματικό αφηρημένο τοπίο σκοταδιού πάνω σε επίπεδα, αρχαϊκά φόντα. Αναγνωρίζει κανείς τα μπλε του Κλάιν, όμως αυτό το χρώμα προϋπήρχε, συνυπάρχοντας με το τερακότα, το πράσινο και το καφέ.Η φόρμα, το χρώμα και η μορφή ισορροπούν μέσα στα θεματικά της μοτίβα, με ασυνήθιστη πνοή.Φυλακίσεις, εκρήξεις, εγκλεισμοί και ορισμένα μείζονα κοσμικά στοιχεία: είτε επρόκειτο για το φεγγάρι είτε για τη δίνη της ύπαρξης, τις σπείρες και τα αστέρια που βυθίζονται διαρκώς, παρατηρεί διαρκώς και με εξαντλητική λεπτομέρεια τη ζωή εκεί έξω. Οι μητέρες και τα παιδιά βρίσκονται στο επίκεντρο, όμως σχεδόν μετατρέπονται σε πινελιές σε αδρές μαύρες γραμμές, άλλοτε πυκνές άλλοτε σχεδόν διαφανείς ακολουθώντας τη γραμμή του πινέλου, που ωστόσο εφαρμόζονται με την ελαφρότητα της κινέζικης καλλιγραφίας πάνω σε λεπτές χάρτινες επιφάνειες.Τα έργα που παρουσιάζονται εδώ χωρίζονται σε δύο αίθουσες, με την πρώτη να αποτελεί μια σύνθεση επικεντρωμένη στην ανθρώπινη μορφή, δημιουργημένη ανάμεσα στον καμβά και το χαρτί.Η δεύτερη αίθουσα είναι μια έκθεση μέσα στην έκθεση: Η Διάβρωση του Πολιτισμού, χωρισμένη ανάμεσα σε διαφορετικά μέσα. Ένα έργο επίκαιρο, που ωστόσο αφήνει τον θεατή να στοχαστεί πάνω στην ιστορική και πολιτισμική του σημασία αλλά και στην επικαιρότητά του σήμερα. Άνθρωποι και κίονες συγχωνεύονται, σχεδόν σαν οστά και σάρκα, ενώ οι καμπύλες και οι κοιλότητες αναδύονται από το επίπεδο φόντο.Το γραφιστικό ύφος του έργου της Πανά έχει επιβιώσει καθ’ όλη τη διάρκεια των έξι δεκαετιών της μοναχικής καλλιτεχνικής της πρακτικής, καθιστώντας προφανές ότι το έργο της υπήρξε ανέκαθεν μια εκδήλωση της ισορροπίας ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική.Υποδεχόμαστε μια καλλιτέχνιδα που έρχεται από τα μαρτζινάλια της ελληνικής τέχνης, μια γυναίκα δυναμική που διανύει την εκατοστή δεκαετία της ζωής της με ένα έργο που αντέχει στο χρόνο, την κριτική και της πολιτικοκοινωνική συνθήκη και συνδέεται άρρηκτα με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας.